Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Προσευχή στον Κυριο μας Ιησού Χριστό



Δέσποτα Χριστέ ό Θεός, ο τοίς πάθεσί σου τά πάθη μου θεραπεύσας
καί τοίς τραύμασί σου τά τραύματά μου ιατρεύσας,
χάρισαί μοι τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως,
συγκέρασόν μου τό σώμα από οσμής τού ζωοποιού Σώματός σου,
καί γλύκανόν μου τήν ψυχήν τώ σώ τιμίω Αίματι από τής πικρίας,
ήν με ό αντίδικος επότισεν.
Ύψωσον τόν νούν μου πρός σέ, κάτω ελκυσθέντα,
καί ανάγαγέ με από του χάσματος της απωλείας,
ότι ούκ έχω μετάνοιαν,
ούκ έχω κατάνυξιν,
ούκ έχω δάκρυον παρακλητικόν,
τά επανάγοντα τά τέκνα πρός τήν ιδίαν κληρονομίαν.
Εσκότισμαι τόν νούν έν τοίς βιωτικοίς πάθεσι
καί ούκ ισχύω ατενίσαι πρός σέ έν οδύνη,
ού δύναμαι θερμανθήναι τοίς δάκρυσι τής πρός σε αγάπης.
Αλλά, Δέσποτα Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θησαυρός των αγαθών,
δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον
καί καρδίαν επίπονον είς αναζήτησίν σου,
χάρισαί μοι τήν χάριν σου
καί ανακαίνισον εν εμοί τάς μορφάς τής σής εικόνος.
Κατέλιπόν σε, μή με εγκαταλίπης,
έξελθε είς αναζήτησίν μου,
επανάγαγέ με πρός τήν νομήν σου,
συναρίθμησόν με τοίς προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης
καί διάθρεψόν με σύν αυτοίς έκ της χλόης των θείων σου μυστηρίων,
πρεσβείαις της πανάγνου Μητρός σου καί πάντων των αγίων σου.

Α μ ή ν.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δέσποτα Χριστέ και Θεέ, εσύ που με τα πάθη σου θεράπευσες τα πάθη μου
και με τα τραύματά σου γιάτρεψες τα τράυματά μου, 
χάρισε δάκρυα κατάνυξης σε μένα που έφταιξα σε πολλά. 
Ανάμειξε το σώμα μου με την οσμή του ζωοποιού σου σώματος 
και γλύκανε την ψυχή μου με το τίμιο αίμα σου,
 από την πικρία που με πότισε ο εχθρός (διάβολος). 
Ύψωσε προς εσένα το νου μου, ο οποίος ελκύεται προς τα κάτω
 και ανέβασέ με απ'το χάσμα της καταστροφής. 
Διότι δεν έχω μετάνοια, δεν έχω κατάνυξη, 
δεν έχω δάκρυα παρηγοριάς, 
αυτά που είναι τα τέκνα που θα με φέρουν πίσω προς την κληρονομιά μου. 
Ο νους μου είναι σκοτισμένος απ'τα βιοτικά πάθη 
και δεν έχω τη δύναμη να υψώσω τα μάτια μου προς εσένα με πόνο.
Δεν μπορώ να θερμανθώ στα δάκρυα της αγάπης μου προς εσένα.
 Αλλά, Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστού, 
εσύ ο θησαυρός των αγαθών, 
δώρισέ μου ολοκληρωτική μετάνοια και καρδιά που με πόνο να σε αναζητά.
Χάρισέ μου τη χάρη σου 
και ξανατύπωσε μέσα μου τις μορφές της δικής σου εικόνας. 
Σε εγκατέλειψα, εσύ όμως μη με εγκαταλείψεις. 
Βγες έξω και αναζήτησέ με,
 φέρε με πίσω στη κληρονομιά σου, 
συναρίθμησέ με με τα πρόβατα του εκλεκτού σου κοπαδιού 
και θρέψε με μαζί με αυτά με τη χλόη των θείων σου μυστηρίων. 
Με τις θερμές ικεσίες της πάναγνης μητέρας σου και όλων των αγίων σου. 
Αμήν. 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο Χριστός αναζητά με πόθο τους αμαρτωλούς και τους δέχεται κοντά Του



Ο Χριστός αναζητά με πόθο τους αμαρτωλούς
και τους δέχεται κοντά Του

(Το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου)

Οι αμαρτωλοί πλησιάζουν τον Χριστό
Όλοι οι τελώνες και οι αμαρτωλοί συνήθιζαν να πλησιάζουν τον Ιησού και να τον ακούνε.
Οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς σχολίαζαν με αγανάκτηση, λέγοντας ότι αυτός δέχεται αμαρτωλούς και τρώει μαζί τους.

Η παραβολή του χαμένου προβάτου
Εκείνος τότε τους είπε την ακόλουθη παραβολή:
Ποιος από σας, αν έχει εκατό πρόβατα και χάσει ένα απ' αυτά, δε θα εγκαταλείψει τα ενενήντα εννιά στην έρημο για να ψάξει για το χαμένο ώσπου να το βρει;
Κι όταν το βρει, το βάζει χαρούμενος στους ώμους του,
έρχεται στο σπίτι και προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονες και τους λέει: «χαρείτε μαζί µου, γιατί βρήκα το πρόβατο µου που είχε χαθεί».
Σας βεβαιώνω πως έτσι γίνεται χαρά και στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού, παρά για ενενήντα εννιά δικαίους, που δεν έχουν ανάγκη από μετάνοια.

Η παραβολή της χαμένης δραχμής
Ποια γυναίκα, που έχει δέκα δραχμές, όταν χάσει τη µία, δεν ανάβει λυχνάρι, δε σκουπίζει το σπίτι και δεν ψάχνει µε επιμέλεια, ώσπου να τη βρει;
Κι όταν τη βρει, φωνάζει τις φίλες και τις γειτόνισσες και τους λέει: «χαρείτε μαζί µου, γιατί βρήκα τη δραχμή που είχα χάσει!»
Σας βεβαιώνω πως το ίδιο χαίρονται οι άγγελοι του Θεού για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού.

Η παραβολή του άσωτου γιου και του στοργικού πατέρα
Τους είπε επίσης ο Ιησούς: Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους.
Ο μικρότερος απ' αυτούς είπε στον πατέρα του: «πατέρα, δώσε µου το μερίδιο της περιουσίας που µου αναλογεί» κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία.
Ύστερα από λίγες μέρες ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα µακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή.
Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται.
Πήγε λοιπόν κι έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.
Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει µε τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε.
Συγκλονισμένος από αυτό ήλθε στον εαυτό του και σκέφθηκε: «πόσοι εργάτες του πατέρα µου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας!
Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα µου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ' εσένα δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου κάνε µε έναν από τους εργάτες σου».
Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. «Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του, τον λυπήθηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον καταφιλούσε.
Τότε ο γιος του του είπε: «πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ' εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου».
Ο πατέρας όμως γύρισε στους δούλους του και τους διέταξε: «βγάλτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον φορέστε του δαχτυλίδι στο χέρι και δώστε του υποδήματα.
Φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και σφάξτε το να φάμε και να ευφρανθούμε,
γιατί αυτός ο γιος µου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε». Έτσι άρχισαν να διασκεδάζουν.
Ο μεγαλύτερος γιος βρισκόταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν, όταν πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς.
Φώναξε, λοιπόν, έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει.
Εκείνος του είπε: «γύρισε ο αδερφός σου, κι ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, για να χαρούν που επέστρεψε υγιής».
Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να µπει μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε,
εκείνος όμως του αποκρίθηκε: «εγώ τόσα χρόνια δουλεύω σε σένα και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου κι όμως σ' εμένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να διασκεδάσω µε τους φίλους µου.
Όταν όμως επέστρεψε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου µε πόρνες, έσφαξες για χάρη του το σιτευτό μοσχάρι».
Κι ο πατέρας του του απάντησε: «παιδί µου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί µου κι ό,τι είναι δικό µου είναι και δικό σου,

έπρεπε να ευφρανθείς και να χαρείς, γιατί ο αδερφός σου αυτός ήταν νεκρός κι αναστήθηκε, χαμένος ήταν και βρέθηκε».